Τρίτη, 18 Απριλίου 2017

Οι ρωσοαμερικανικές σχέσεις και το αβέβαιο μέλλον του άξονα Τουρκίας-Ιράν-Ρωσίας

Γράφει ο Δρ Αντώνης Σκοτινιώτης, Αναλυτής ΚΕΔΙΣΑ*
Τους τελευταίους μήνες πολύς λόγος έχει για την πιθανότητα μιας ρωσοαμερικανικής προσέγγισης με δεδομένες τις διακηρύξεις του νέου Αμερικανού Προέδρου και τη διαφορετική φιλοσοφία στην οποία δείχνει να επιθυμεί να βασίσει την Αμερικανική Εξωτερική Πολιτική. Φιλοσοφία, η οποία (σε ρητορικό τουλάχιστον επίπεδο) προβλέπει σύγκλιση με την Μόσχα σε ζητήματα όπως η καταπολέμηση της ισλαμικής τρομοκρατίας, η ανάσχεση της Κίνας και η πίεση έναντι της Γερμανίας.
Με βάση το νέο αυτό πλαίσιο και παρά την αδιευκρίνιστη ακόμη ρωσική στάση έναντι πιθανών ανοιγμάτων από την αμερικανική πλευρά, δε θα πρέπει να αποκλειστεί μεταβολή των δεδομένων σε επιμέρους ζητήματα που άπτονται των σχέσεων Ουάσινγκτον-Μόσχας. Σε αυτήν την κατηγορία θα πρέπει ενδεχομένως να  συμπεριλάβουμε την περιοχή της Μέσης Ανατολής.
Όπως παρατηρούμε, η εκλογή Τραμπ έχει σηματοδοτήσει μια σαφή στροφή των ΗΠΑ υπέρ των θέσεων του Ισραήλ. Φαίνεται έτσι ότι το Τελ Αβίβ θα αποτελέσει τον κύριο αμερικανικό σύμμαχο στη Μέση Ανατολή και την Ανατολική Μεσόγειο. Γεγονός που αυτομάτως θέτει επί τάπητος το θέμα της στάσης των ΗΠΑ έναντι του Ιράν, με δεδομένες και τις πρωτοβουλίες της κυβέρνησης Ομπάμα προς την κατεύθυνση της σταδιακής εξομάλυνσης των σχέσεων Ουάσινγκτον-Τεχεράνης. Πρωτοβουλίες, οι οποίες είχαν προκαλέσει έντονες αντιδράσεις από την ισραηλινή κυβέρνηση.
Όπως διαπιστώνουμε, η νέα αμερικανική ηγεσία έχει ήδη καταστήσει σαφές ότι θα διαφοροποιήσει την έως τώρα στρατηγική των ΗΠΑ έναντι του Ιράν, τηρώντας σκληρότερη στάση. Παρατηρούμε συγκεκριμένα ότι ο Πρόεδρος Τράμπ: πρώτον, συμπεριέλαβε το Ιράν στη λίστα των μουσουλμανικών κρατών, στους πολίτες των οποίων επέβαλε απαγόρευση εισόδου. Δεύτερον, έχει πολλάκις χαρακτηρίσει λάθος τη συμφωνία για το πυρηνικό πρόγραμμα του Ιράν που υπεγράφη επί Ομπάμα, θέτοντας ζήτημα επαναφοράς των κυρώσεων που είχαν αρθεί ως αποτέλεσμα αυτής. Τρίτον, έχει αναφερθεί στην προοπτική δημιουργίας μιας συμμαχίας αραβικών κρατών με στόχο την αντιμετώπιση της ισλαμικής τρομοκρατίας αλλά και τον περιορισμό της ιρανικής επιρροής.
Η πολιτική αυτή φέρνει σε δύσκολη θέση την Μόσχα, με δεδομένη τόσο την επιθυμία της για ένα νέο πλαίσιο σχέσεων με τις ΗΠΑ όσο και την ύπαρξη στενών πολιτικών, στρατιωτικών και οικονομικών σχέσεων με την Τεχεράνη. Σχέσεις, οι οποίες έχουν μάλιστα ενισχυθεί τα τελευταία χρόνια λόγω της σύγκλισης των δύο πλευρών στο Συριακό αλλά και γενικότερα στα ανοιχτά ζητήματα της Μέσης Ανατολής.
Τους τελευταίους μήνες, μάλιστα, προς τον άξονα Μόσχας-Τεχεράνης έχει συγκλίνει και η πλευρά της Άγκυρας, λόγω της γενικότερης απόκλισης Τουρκίας-Δύσης, τους φόβους για κουρδική αυτονόμηση σε περιοχές της Βόρειας Συρίας καθώς και τη διαφαινόμενη γενικότερη ενίσχυση του κουρδικού στοιχείου (με αμερικανική στήριξη), η οποία δεν είναι επιθυμητή ούτε από την τουρκική ούτε από την ιρανική πλευρά λόγω της παρουσίας ισχυρών κουρδικών μειοψηφιών στο εσωτερικό τους.
Όπως επισημαίνει ο Robert Kaplan, πιθανή προσέγγιση Άγκυρας-Τεχεράνης θα καθιστούσε το Ιράν κυρίαρχη δύναμη στη Μέση Ανατολή, με δεδομένη την παραδοσιακή χρησιμότητα της Τουρκίας για τη Δύση και το Ισραήλ ως εξισορροπητικού (έναντι του Ιράν) παράγοντα.[1] Η σύμπλευση έτσι των δύο κατά την τελευταία περίοδο και η σύγκλιση τους με τη στρατηγική της Μόσχας, δημιουργεί δεδομένα που αντίκεινται στις επιλογές των ΗΠΑ όπως περιγράφηκαν παραπάνω. Φαντάζουν κατ’ επέκταση πιθανές αμερικανικές πρωτοβουλίες προς την κατεύθυνση της απομάκρυνσης της Άγκυρας από τον προαναφερθέντα άξονα. Εξέλιξη που θα «έσπαγε» τη συμμαχία φέρνοντας σε ακόμη πιο δύσκολη θέση τη ρωσική πλευρά καθότι η γεωπολιτική σημασία του άξονα Μόσχας-Τεχεράνης θα μειωνόταν αν από αυτόν απομακρυνόταν η Άγκυρα.
Στο πλαίσιο αυτό, αναφέρουμε ότι η αμερικανική ηγεσία: πρώτον, έχει διαφοροποιήσει τη στάση της (σε ρητορικό τουλάχιστον επίπεδο) αναφορικά με το ενδεχόμενο έκδοσης στην Τουρκία του Φετουλάχ Γκιουλέν. Δεύτερον, έχει θέσει ζήτημα δημιουργίας «ασφαλών ζωνών» στην Συρία (σταθερό αίτημα της Άγκυρας). Τρίτον, απομακρύνθηκε από το σχέδιο εξοπλισμού των Κούρδων για την ανακατάληψη της Ράκα και της Αλ-Μπαμπ, δείχνοντας διάθεση να συμπεριλάβει τις Τουρκικές Ένοπλες Δυνάμεις στις επιχειρήσεις.[2]
Παράλληλα, στο περιθώριο της πρόσφατης Συνόδου για την Ασφάλεια στο Μόναχο, ο Αμερικανός υπουργός Εξωτερικών Ρεξ Τίλερσον συναντήθηκε με τους ομολόγους του από τη Γερμανία, τη Γαλλία, τη Βρετανία, τη Σαουδική Αραβία καθώς και την Τουρκία – χώρες οι οποίες υποστηρίζουν τη συριακή αντιπολίτευση.[3]
Βασικό ζητούμενο για την Ουάσινγκτον δείχνει να αποτελεί η διάσπαση του άξονα Τουρκία-Ιράν-Ρωσία, ώστε να δημιουργηθούν οι προϋποθέσεις μεταστροφής της έως τώρα στάσης της Ρωσίας έναντι του Ιράν. Επισημαίνεται εδώ ότι, σύμφωνα με ορισμένες αναλύσεις, μέρος του Ρεπουμπλικανικού Κόμματος (Civilizational Conservatives), από το οποίο προέρχεται ο Ντόναλντ Τραμπ και η ομάδα που τον στελεχώνει, αντιλαμβάνεται τη χριστιανική Ρωσία ως δυνητική σύμμαχο απέναντι σε εκείνο που θεωρεί ως επιθετικό Ισλάμ. Σε αυτό δε εντάσσει όχι μόνο τρομοκρατικές οργανώσεις τύπου Αλ-Κάιντα ή ISIS αλλά και κράτη όπως το Ιράν και παλαιότερα το Ιράκ.[4]
Αρκετοί αναλυτές[5] θεωρούν, πάντως, ότι η Μόσχα δύσκολα θα εγκατέλειπε τη στενή της συνεργασία με την Τεχεράνη, καθώς: πρώτον, εντοπίζεται σύγκλιση συμφερόντων μεταξύ των δύο στο Συριακό και στη Μέση Ανατολή γενικότερα. Δεύτερον, η Ρωσία βρίσκεται σε περίοδο οικονομικής κρίσης λόγω της πτώσης των τιμών του πετρελαίου και των κυρώσεων της Δύσης λόγω Ουκρανικού. Η πραγματικότητα αυτή την απομακρύνει από το ενδεχόμενο εγκατάλειψης της στενής οικονομικής και εμπορικής συνεργασίας με το Ιράν, ιδιαίτερα δε στον προσοδοφόρο τομέα της άμυνας. Τρίτον, βρίσκει ευρύτερο πεδίο συνεννόησης με την ιρανική πλευρά ως προς την κοινή επιδίωξη μείωσης της αμερικανικής επιρροής στη Μέση Ανατολή και γενικότερα της δημιουργίας ενός νέου διεθνούς συστήματος, στο οποίο δε θα κυριαρχεί η Δύση. Δε θα πρέπει, ωστόσο, να αποκλειστεί –μερική έστω- αλλαγή της ρωσικής στάσης στην περίπτωση που οι ΗΠΑ, υιοθετώντας την –επιθυμητή από τη Μόσχα[6]– λογική της «πακετοποίησης» των μεταξύ τους ανοιχτών ζητημάτων, αποφασίσουν να προσφέρουν ως αντάλλαγμα μια συμφωνία για το Ουκρανικό που θα λαμβάνει σοβαρά υπόψη της τις ρωσικές θέσεις και η οποία θα οδηγήσει σε άρση των κυρώσεων έναντι της Μόσχας ώστε να μειωθούν τα κίνητρα οικονομικής συνεργασίας της με την Τεχεράνη. Επίσης, μια συμφωνία για το Συριακό που θα συμβιβάζει –κατά το δυνατό- τις δικές της θέσεις με τις αντίστοιχες της Μόσχας. Σε κάθε περίπτωση, όπως προαναφέραμε, σημαντικό ρόλο ενδεχομένως διαδραματίσει η πιθανή απομάκρυνση της Τουρκίας από τον άξονα με Ρωσία και Ιράν.
Σε κάθε περίπτωση, η προοπτική επίτευξης μιας ευρύτερης ρωσοαμερικανικής διευθέτησης, η πιθανότητα η αμερικανική πλευρά να ζητήσει ως αντάλλαγμα τη διακοπή της στενής συνεργασίας Μόσχας-Τεχεράνης και η διαφαινόμενη σύγκλιση Ουάσινγκτον-Άγκυρας, αυξάνει την πιθανότητα διάσπασης του άξονα Τουρκίας-Ιράν-Ρωσίας και θέτει –σε δεύτερο επίπεδο- υπό αμφισβήτηση την ομαλή εξέλιξη των ρωσοϊρανικών σχέσεων.
*Άρθρο στην ιστοσελίδα του ΚΕΔΙΣΑ

Πηγές
Βιβλιογραφικές
Kaplan Robert D. (2012), The Revenge of Geography- What the Map Tells Us About Coming Conflicts and the Battle Against Fate, New York, The Random House Publishing Group.

Ηλεκτρονικές

[1] Βλ. Kaplan Robert D. (2012), The Revenge of Geography- What the Map Tells Us About Coming Conflicts and the Battle Against Fate, New York, The Random House Publishing Group (σ. 301).